Ηρώ Διώτη

Συντονίστρια ΜέΡΑ25

Υποψήφια ευρωβουλεύτρια της
Ενωτικής Πρωτοβουλίας
ΜέΡΑ25 - Ανατρεπτική Οικολογική Αριστερά

Ηρώ Διώτη
Συντονίστρια ΜέΡΑ25
Υποψήφια ευρωβουλεύτρια της Ενωτικής Πρωτοβουλίας ΜέΡΑ25 - Ανατρεπτική Οικολογική Αριστερά

19/05/2024

Εισήγηση της Ηρώς Διώτη στην παρουσίαση του βιβλίου «Η άλλη Αμερική» του Γιώργου Κασαμπαλάκου


Σε μια εκδήλωση πολύ ζωντανή, που παρακολολύθησαν πολλές δεκάδες άνθρωποι, στο βιβλιοπωλείο PickABook στην Πετρούπολη, η συντονίστρια της ΚΕ του ΜέΡΑ25 και υποψήφια ευρωβουλεύτρια Ηρώ Διώτη, παρουσίασε το βιβλίο του Γιώργου Κασαμπαλάκου «Η άλλη Αμερική», συμμετέοχντας στο πάνελ δίπλα στον Αντώνη Νταβανέλο και τη Δέσποινα Κουτσούμπα. 


Ακολουθεί το κείμενο της τοποθέτησης της Ηρώς Διώτη:

Μιλώντας για το κοινωνικό κίνημα στην Αμερική, το οποίο αποτελεί το θέμα του βιβλίου που έδωσε την αφορμή για αυτή τη συζήτηση σήμερα, πρέπει νομίζω να σταθούμε σε τρεις βασικούς πυλώνες.

Ο πρώτος, είναι οι αντιφάσεις που διέπουν αυτό το κίνημα, αντιφάσεις που καθιστούν τη μελέτη του μια διαδικασία πολύ πιο περίπλοκη από τη μελέτη για παράδειγμα του κοινωνικού κινήματος όπως το γνωρίζουμε στην Ευρώπη, όπου τα πράγματα είναι κατά κάποιο τρόπο –συγκρινόμενα με την άλλη πλευρά του Ατλαντικού τουλάχιστον- αρκετά πιο «τακτοποιημένα».
 
Στην Ευρώπη, στον 20ό αιώνα τουλάχιστον, ειδικά την περίοδο μετά τον Πόλεμο, και στα πρώτα χρόνια του 21ου, μέχρι και τα χρόνια των κινημάτων απέναντι στην κρίση του καπιταλισμού, υπήρχε ένας παράγοντας ο οποίος συνέδεε τον ριζοσπαστισμό των κοινωνικών και των πολιτικών ρευμάτων και τις οργανώσεις του και τις δομές τους, και αυτός ήταν το εργατικό κίνημα. Κάθε προοδευτική ιδέα, είτε αφορούσε την ισότητα είτε την ελευθερία, τη δικαιοσύνη, τα δικαιώματα, την τέχνη και τη φιλοσοφία ακόμα – ακόμα, περιστρεφόταν γύρω από την γενική ιδέα που κληρονομήθηκε από την Πρώτη Διεθνή ότι η εργατική χειραφέτηση αποτελεί το κέντρο, των συνεκτικό ιστό όλων των διεκδικήσεων. Και καλώς ή κακώς, τον εγγυητή αυτής της σύνδεσης τον έπαιζε η Αριστερά. Έτσι λοιπόν, ζήσαμε με την ιδέα ότι τα στρατόπεδα μέσα στην κοινωνία είναι ξεκάθαρα. Δεν θα κρίνω εδώ αν ήταν μια σωστή ή στρεβλή ιδέα, θα πω όμως ότι αυτή μας διακατείχε.

Για τούτο, μελετώντας κανείς σε βάθος την ιστορία του κοινωνικού κινήματος στην Αμερική, δυσκολεύεται να καταλάβει πώς γίνεται μερικές μεγάλες απεργίες της περιόδου του Αμερικανικού Εμφυλίου, να έχουν ρατσιστικό περιεχόμενο. Ή πώς τα πρώτα συνδικάτα ήταν σε μεγάλο βαθμό εθνοτικές συσπειρώσεις και πρωταγωνίστησαν σε κοινοτικά επεισόδια. Ή πώς γίνεται από την ίδρυση των δύο ιστορικών Αμερικανικών κομμάτων, το Ρεπουμπλικανικό να είναι το Αριστερό και το Δημοκρατικό το Δεξιό και αυτή η γεωγραφία να αλλάζει σταδιακά από τη δεκαετία του 1930 και να καταλήγει να αντιστρέφεται κατά τη δεκαετία του 1960. 

Αυτή η παρουσία τόσων πολλών αντιφάσεων μέσα στα κινήματα χειραφέτησης, θα έλεγα ακόμα η παρουσία φωλιών και θυλάκων πολύ ισχυρών αντιδραστικών αντιλήψεων μέσα στα πιο ριζοσπαστικά και ελευθεριακά κινήματα χειραφέτησης, είναι ένα ίδιον της Αμερικανικής κοινωνικής ιστορίας. 
Ο δεύτερος πυλώνας μιας τέτοιας συζήτησης, που προφανέστατα δεν είναι άσχετος με τον πρώτο, είναι ότι οι διαφορετικές πτυχές του κοινωνικού κινήματος έμειναν επί μακρόν απομονωμένες μεταξύ τους. Το κίνημα ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ που αναπτύσσεται στα πανεπιστήμια (και που σήμερα βλέπουμε την υποδειγματική διαδοχή του από το κίνημα ενάντια στην εθνοκάθαρση που συντελείται στην Παλαιστίνη από το Ισραηλινό κράτος με την υποστήριξη της Δύσης), αναπτύσσεται λίγο πολύ την ίδια χρονική περίοδο με το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων της Αμερικής. Είναι δύο κινήματα τα οποία διεκδικούν και λένε παρόμοια πράγματα. Είναι και τα δύο ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, είναι και τα δύο υπέρ των πολιτικών δικαιωμάτων των αφροαμερικανών. Και όμως, σε ολόκληρη τη δεκαετία του 1960, το αίτημα της σύνδεσης αυτών των δύο κινημάτων δεν μένει απλά ανεκπλήρωτο, αλλά στην πραγματικότητα είναι ασθενές ως αίτημα, το θέτουν ελάχιστοι. 

Βλέπουμε έναν από τους μετριοπαθέστερους ηγέτες του κινήματος των Αφροαμερικανών, όπως ήταν ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, να μιλάει για αυτή την ανάγκη, οικτίροντας την αδυναμία σύνδεσης των διαφορετικών κινημάτων. Την ίδια στιγμή, οι ριζοσπαστικότεροι εκπρόσωποι του κινήματος της χειραφέτησης των μαύρων, εμφανίζονται ενάντιοι σε αυτή την ώσμωση. Και είναι ένα πρόβλημα που υπάρχει μέχρι σήμερα αυτό, θυμάμαι ένα σχετικά πρόσφατο άρθρο το οποίο είχε γράψει για αυτό το ζήτημα ένας από τους σημαντικότερους μπασκετμπολίστες όλων των εποχών, αν δεν κάνω λάθος, ο Καρίμ Αμπντούλ Τζαμπάρ. 

Σε εμάς ακούγεται παράλογο αυτό. Γιατί οι πιο ριζοσπαστικές φωνές ενός κινήματος να αρνούνται τη συνεργασία με ένα άλλο κίνημα; Αυτές είναι ακριβώς οι αντιφάσεις και η περιπλοκότητα του κινήματος στην Αμερική, στις οποίες οφείλει να σταθεί κανείς -και θα επανέλθω σε αυτό- για να σταθμίσει εξελίξεις που συντελούνται σήμερα στο κοινωνικό κίνημα της Ευρώπης εδώ και μια δεκαετία.

Και αν εδώ έφερα ως παράδειγμα δύο κινήματα με αντίστοιχες διεκδικήσεις, μπορούμε να αναλογιστούμε πόσο πολλαπλασιάζεται αυτή η απομόνωση όταν μιλάμε για κινήματα με διαφορετικό περιεχόμενο, εκεί η συνάντηση γίνεται εντελώς αδύνατη. Πολλές φορές, στην Αμερικανική ιστορία, βλέπουμε κινήματα που στρέφοντα κατά κάποιο τρόπο το ένα απέναντι στο άλλο. 

Κι αυτή είναι μια εμπειρία που στην Ευρώπη δεν την αισθανόμασταν έντονα μέχρι σήμερα -ανεξάρτητα αν είχαμε δίκιο ή όχι.
Και ο τρίτος πυλώνας αυτής της συζήτησης, είναι ότι στην Αμερική το κίνημα ήταν σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα υπόθεση των κοινωνικών οργανώσεων. Βλέπουμε συνδικάτα που παίζουν ρόλο, άλλοτε θετικό και άλλοτε αρνητικό, βλέπουμε ενώσεις πολιτών, κινήματα καταναλωτών ακόμα, αλλά σχεδόν ποτέ κάποια κεντρική πολιτική έκφραση αυτής της κίνησης. Το 2000, στις περίφημες εκλογές ανάμεσα στον Μπους υιό που τις κέρδισε με νοθεία απέναντι στον Δημοκρατικό υποψήφιο, η Αριστερά κατέβασε για πρώτη φορά μετά από πολλές δεκαετίες έναν υποψήφιο, ο οποίος συγκέντρωσε ένα ποσοστό κοντά στο 2-3%, τον Ραλφ Νάιντερ. Όμως η στήριξή του δεν προερχόταν από κάποιο κόμμα, αλλά κυρίως από πρωτοβουλίες πολιτών ενάντια στην αυθαιρεσία των μεγάλων επιχειρήσεων. Ο ίδιος ο Νάιντερ, είχε πρωταγωνιστήσει σε ένα κίνημα που είχε ως στόχο να υποχρεωθούν οι αυτοκινητοβιομηχανίες να συμπεριλαμβάνουν τη ζώνη ασφαλείας στα αυτοκίνητα που πουλάνε. Είναι ένα κίνημα που πέτυχε, κέρδισε, και ως εκ τούτου κόστισε αρκετά εκατομμύρια δολάρια στις αυτοκινητοβιομηχανίες, σώζοντας παράλληλα τη ζωή χιλιάδων εργατών. Όμως, ας σκεφτούμε: θα μπορούσε ποτέ στην Ευρώπη ο ηγέτης της Αριστεράς να προκύψει από ένα τέτοιου τύπου κίνημα; 

Η απάντηση ήταν -και τονίζω τον χρόνο- «όχι». Γιατί στην Ευρώπη, όπου η πολιτική είχε σταθερά το προβάδισμα απέναντι στις κοινωνικές οργανώσεις, τα πράγματα ήταν κάπως πιο σταθερά. Είχαμε συνήθως σε κάθε χώρα ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, που διεκδικούσε την εξουσία σε εναλλαγή με τη Δεξιά, ένα κομμουνιστικό κόμμα, το οποίο πίεζε για πιο ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις και έλεγχε και τα πιο μαχητικά συνδικάτα, ενίοτε και μια άκρα Αριστερά που έθετε επιπλέον ζητήματα. Μετά το 1990 αυτή η ταξινόμηση αμφισβητείται, αλλά και πάλι έχουμε μια Αριστερά η οποία είναι οργανωμένη κυρίως σε παραδοσιακά κόμματα και η οποία ελέγχει τρόπον τινά τις κοινωνικές οργανώσεις. 

Υποστηρίζω ότι αν έχει μια ξεχωριστή σημασία να καταγράφουμε αυτή την εποχή την ιστορία και τη δομή του Αμερικανικού κοινωνικού κινήματος, είναι γιατί εξερχόμενοι -σε όλη την Ευρώπη και στην Ελλάδα ακόμα περισσότερο- από μια περίοδο μεγάλης οικονομικής κρίσης του καπιταλισμού, που συνοδεύτηκε από τρομακτικές αλλαγές στην οργάνωση της εργασίας και ευρύτερα των κοινωνιών, αλλά και από μεγάλα κινήματα με κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις, τα οποία όμως ηττήθηκαν, βρισκόμαστε ξαφνικά γυμνοί από τις βεβαιότητές μας. Βρισκόμαστε δηλαδή στη θέση που βρίσκεται το Αμερικανικό κοινωνικό κίνημα, με πολύ λιγότερες σταθερές, με πολύ περισσότερες αντιφάσεις και περίπλοκες σχέσεις, με αντιθέσεις στο εσωτερικό των κοινωνιών που διαπερνούν και το εσωτερικών των κινημάτων, με την πολιτική Αριστερά να βρίσκεται σε φάση υποχώρησης, αντικειμενικά, και να μην μπορεί να γίνει όχι μόνο ο οργανωτής αλλά συχνά ούτε και ο υποδοχέας της κοινωνικής διαμαρτυρίας. Για να χρησιμοποιήσω μια φράση από ένα πολύ ενδιαφέρον πρόσφατο βιβλίο, το Ο καιρός των θλιμμένων παθών του Γάλλου κοινωνιολόγου Φρνασουά Ντιμπέ  , «η Αριστερά έχει πάψει να είναι η τράπεζα του θυμού».
Και αυτό δεν είναι άσχετο με το γεγονός, λέει ο Ντιμπέ, ότι περάσαμε από την εποχή της μίας κεντρικής ανισότητας στην εποχή των «ανισοτήτων», που βιώνονται σε διαφορετικά επίπεδα και βιώνονται ατομικά. Αυτό είναι το μυστικό πίσω από την απουσία συντονισμού των αντιστάσεων, από την αδυναμία μας να δώσουμε έναν κεντρικό χαρακτήρα στις μάχες μας και τελικά, να κάνουμε πολιτική.

Μπορεί να λυθεί αυτό λέγοντας απλά ότι πρέπει να επιστρέψουμε στην παλιά συνταγή, της εργατικής τάξης και των κομμάτων της; Δυστυχώς, αν ήταν τόσο εύκολη η λύση, κάποιος θα την είχε εφαρμόσει πριν από εμάς.

Οφείλουμε, όπως όφειλε η Αμερικανική αριστερά εδώ και πάνω από έναν αιώνα, να δώσουμε μια πιο περίπλοκη μάχη, αυτή της δημιουργίας ενός ενιαίου πολιτικού σχεδίου που να περιστρέφεται γύρω από τα διαφορετικά πεδία κοινωνικής πάλης.

Εγώ μιλώ συχνά για την εξισωτική, την ελευθεριακή και την οικολογική διάσταση της Αριστεράς, στην οποία σήμερα πρέπει να προσθέσουμε με έμφαση και την αντιπολεμική διάσταση.

Χρειαζόμαστε επομένως μια Αριστερά που να ξαναθέτει το οικονομικό ζήτημα με τους όρους της ισότητας και της συλλογικής διεκδίκησης, να θέτει παράλληλα το κοινωνικό και το πολιτικό ζήτημα διεκδικώντας ελευθερίες, δικαιώματα και αντίσταση στον φασισμό, τον ρατσισμό και τον κρατικό αυταρχισμό, να θέτει το περιβαλλοντικό ζήτημα αντιστεκόμενη στην υπερανάπτυξη και την καταστροφή του πλανήτη στην οποία μαθηματικά οδηγεί ο καπιταλισμός, να θέτει το ζήτημα της ειρήνης, μέσα από τη διεθνιστική πάλη των λαών. Και να το κάνει με τρόπο ώστε αυτές οι διεκδικήσεις να ενταχθούν ξανά σε ένα κοινό σχέδιο, το σχέδιο του σοσιαλισμού, που δεν έπαψε ποτέ να είναι ο στόχος μας.

Μην κοροϊδευόμαστε: καμία και κανένας από εμάς, δεν μπορεί να καμώνεται ότι το καταφέρνει αυτό ετούτη τη στιγμή. Καμία μαγική συνταγή ή σωστή γραμμή δεν έχει απαντήσει στο ζήτημα της πολιτικής, κοινωνικής, ιδεολογικής, πολιτιστικής, ηθικής και αισθητικής ηγεμονίας της Δεξιάς την οποία βιώνουμε τα τελευταία 10 χρόνια στην Ευρώπη.

Όμως τα μηνύματα που μας έρχονται από τα Αμερικανικά πανεπιστήμια και μετά από τα γαλλικά και μετά από τα ελληνικά, μας λένε ότι η εναλλακτική της αντίστασης είναι ανοιχτή. Χρειάζεται να εξέλθουμε από το σπιράλ της ήττας, να μιλήσουμε ξεκάθαρα για αυτό που θέλουμε, να οργανωθούμε, να δημιουργήσουμε συμμαχίες, να δράσουμε. Εμείς στο ΜέΡΑ 25 το επιχειρήσαμε αυτό και συαντηθήκαμε με δυνάμεις με τις οποίες συνομολογήσαμε ότι μας ενώνουν περισσότερα από όσα μας χωρίζουν. Έχουμε ακόμα πολλά βήματα να κάνουμε για να αλλάξουμε τα σημεία των καιρών, αλλά δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να βαδίσουμε, στον δρόμο των διεκδικήσεων που σήμερα μοιάζουν μακρινές και αύριο ενώνουν την κοινωνία γύρω από ένα κοινό σχέδιο χειραφέτησης.